Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 14 Μαΐου 2020

Φοβάμαι!





Φοβάμαι!

Ήρθε η άνοιξη. Δυο μικροί μελισσοφάγοι* αναλαμβάνουν να ξυπνήσουν την Τεστούντο, τη χελώνα. Όμως ο Ντε-ε-ε δεν ξέρει ακόμα να πετά καλά...

O ήλιος είπε δυνατά: Σήμερα θα ζεστάνω τα δάση. Ο ανοιξιάτικος άνεμος δε θύμωσε.
— Ας τα ζεστάνει, είπε, είναι καιρός.
Τα δέντρα τίναξαν χαρούμενα τα κλαδιά τους.
— Ήρθε η άνοιξη, είπαν. Ζεσταθήκαμε.
Ο ήλιος είπε πάλι:
— Σήμερα πρέπει πια να ξυπνήσει και η Τεστούντο η χελώνα.
Ο ανοιξιάτικος άνεμος το 'φερε το μήνυμα του ήλιου στο δάσος, στα δέντρα, στα πουλιά.
— Ας ξυπνήσει, ας ξυπνήσει... είπε ο Ντε-ε-ε ο μικρός μελισσοφάγος, και πήδησε δυο φορές πάνω στο κλαδάκι της μεγάλης βαλανιδιάς.
— Κάνει ζέστη, είπε στο αδελφάκι του, ο Ντικ-Ντικ-Ντικ, ο μεγαλύτερος μελισσοφάγος, και κούνησε τη μακριά του την ουρά με τα δέκα τα φτερά, τρεις ολόκληρες φορές. Τίναξε και τα πράσινα φτερά του και άνοιξε λίγο τα κοντά του ποδαράκια.
— Για πού ετοιμάζεσαι; ρώτησε ο Ντε-ε-ε, το μεγάλο του αδελφό.
— Θα κατεβώ, να πιω νερό, γιατί διψώ, είπε ο Ντικ-Ντικ-Ντικ κελαϊδιστά.
— Να 'ρθω κι εγώ; ξαναρώτησε το μικρό πουλάκι.
— Έλα σε περιμένω, είπε με χαρά ο Ντικ-Ντικ-Ντικ.
Το μικρό όμως πουλάκι, ο Ντε-ε-ε δεν είχε μάθει ακόμα να κατεβαίνει από ψηλά και φοβόταν. Βγήκε στην άκρη του μεγάλου κλαδιού, κι έκαμε κατά πως του είχαν δείξει οι γονείς του. Το μόνο όμως που κατάφερε ήταν να κάνει ένα μικρό γύρο λίγα μέτρα μακρύτερα από το ψηλό δέντρο και γύρισε τρομαγμένο πίσω, γιατί νόμισε ότι θα πέσει.
— Δεν μπορώ! Φώναξε δυνατά στο αδελφάκι του. Θα πέσω.
— Δεν πέφτεις, είπε ο Ντικ-Ντικ-Ντικ. Μη φοβάσαι. Μην κουνάς γρήγορα τα φτερά σου. Μη σφίγγεσαι. Άφησε το σώμα σου ελεύθερο να κατεβεί σιγά-σιγά. Ο αέρας σε κρατάει. Δοκίμασε.
— Δεν μπορώ! Φώναξε ξανά ο Ντε-ε-ε. Φοβάμαι, εγώ δε βλέπω κανένα να με κρατά.
Τότε ο Ντικ-Ντικ-Ντικ ήρθε κοντά στον Ντε-ε-ε και του μίλησε καλόκαρδα.
— Έλα Ντε-ε-ε. Θα σε βοηθήσω να κατεβείς.
— Όχι! κούνησε το κεφαλάκι του δυο φορές ο Ντε-ε-ε. Θέλω τον μπαμπά. Εσύ δε με βοηθάς καλά, θα πέσω.
— Δεν πέφτεις! Αγρίεψε τώρα ο Ντικ-Ντικ-Ντικ. Τα κιτρινοπράσινα φτερά του λαιμού του και του σβέρκου του σηκωθήκανε όρθια ολόγυρα και ανακατεύτηκαν άσχημα.
— Μην είσαι ανόητος, έλα. Θα σε βοηθήσω.
Ο Ντε-ε-ε ο μικρός μελισσοφάγος το αποφάσισε. Ήρθε σιγανοπατώντας στην άκρη του μεγάλου κλαδιού και τώρα ήταν έτοιμος να πετάξει. Βέβαια η καρδούλα του το ήξερε πόσο ακόμα φοβόταν... αλλά πάει πια. Η απόφαση είχε παρθεί. Εμπρός.
— Τάπα-τάπα-τάπα-τάπα... ακούστηκαν την ίδια στιγμή να χτυπούν τα φτεράκια από τους δυο μικρούς μελισσουργούς, καθώς ξαφνικά ξεκίνησαν μαζί ... [να πιούν νερό και να ξυπνήσουν την Τεστούντο].

Τρίτη 21 Απριλίου 2020

Ανοιξιάτικες ιστορίες


       Η κυρία Μίνα και η άνοιξη

Λουλούδια Κινούμενες Εικόνες Flowers Gif - giortazo
Κάποτε, σε έναν πολύ όμορφο τόπο η Άνοιξη δεν ερχόταν. Από το χειμώνα, μέσα σε μια μέρα, ερχόταν κατευθείαν το καλοκαίρι. Έτσι όμως, τα χιόνια έλιωναν απότομα, οι τόποι των ανθρώπων πλημμύριζαν και οι σοδειές τους καταστρέφονταν. Οι μυρωδιές και τα χρώματα άγνωστες, τα χελιδόνια γνώριμα μόνο σε παλιά βιβλία. Και γιατί δεν ερχόταν; 
Γιατί η νεράιδα της Άνοιξης ήταν θλιμμένη για το χαμό του αγαπημένου της, του πρώτου χελιδονιού της Άνοιξης, που κάποιος τραυμάτισε θανάσιμα με σφεντόνα. Έτσι, φορώντας τα χρώματα του αγαπημένου της χελιδονιού, είχε αποσυρθεί σε έναν βράχο, λίγο έξω από τον όμορφο αυτό τόπο, κι έμενε εκεί αμίλητη κι αμέτοχη. 
Στον ίδιο τόπο, κάποτε, ήρθε μια πολύ δροσερή, χαρούμενη και ευαίσθητη γυναίκα, η κυρία Μίνα, που αγαπήθηκε από τους κατοίκους και έφερε κυριολεκτικά με τις πράξεις της τα πάνω κάτω. “Έρχεται η κυρία Μίνα! Έρχεται!» Κι ο αντίλαλος της φωνής του μπερδεύτηκε με τις χαρούμενες φωνές όλων των κατοίκων: «Έρχεται, έρχεται… η κυρία Μίνα, η κυρία Μίνα, Μίνα, Μίνα!» 
Αυτή τη φορά, εκτός απ’ την κόκκινη βαλίτσα της, κουβαλούσε η ευαίσθητη κυρία Μίνα και μια μενεξεδιά βαλίτσα, γεμάτη βελόνες και πολύχρωμες κλωστές κι ένα ύφασμα μεταξωτό. Κι ήταν λεπτό κι αραχνοΰφαντο το ύφασμα, τόσο αραχνοΰφαντο που χωρούσε ακόμη και στη χούφτα ενός μωρού.
Και σε αυτό το ύφασμα, όλα τα παιδιά ζωγράφισαν πουλιά, λουλούδια, δέντρα… Ζωγράφισαν την άνοιξη. Και όταν ζωγράφισε και το τελευταίο παιδί, το άπλωσαν παντού σκεπάζοντας το χιόνι. Κι η άνοιξη δε δίστασε. Ήρθε. 

                                                          Χρήστος Μπουλώτης



Το παραμύθι της Άνοιξης του  Arcimboldo



Tο παραμύθι της Sarah Stanghetti είναι στα Ιταλικά και σε ελεύθερη απόδοση είναι το εξής:

«Μια φορά κι ένα καιρό ζούσε ένα κοριτσάκι με ένα γλυκό χαμόγελο και χίλιες φακιδούλες στο προσωπάκι της. Το έλεγαν Τζινέβρα κι έμενε σε ένα σπίτι στην εξοχή που την άνοιξη γέμιζε πουλιά, και λουλούδια όλων των χρωμάτων και μεγεθών. Το κοριτσάκι περνούσε πολλές ώρες παρατηρώντας τα μπουμπούκια να ανθίζουν.
Φέτος όμως, ενώ ο χειμώνας έδειχνε ότι τελείωσε, το κοριτσάκι δεν έβλεπε να αλλάζει τίποτα στη φύση. Ανήσυχη αποφάσισε, παίρνοντας μαζί και το μεγεθυντικό φακό της να ψάξει στοιχεία για τον ερχομό της Άνοιξης!

Άρχισε να παρατηρεί κάθε μικρό χορταράκι κάθε φυλλαράκι ώσπου ξαφνικά είδε κάτι περίεργο. Λίγο πιο μακριά φαινόταν ένα ρούχο λουλουδάτο, ή μήπως ένας άνθρωπος;
Η Τζινέβρα, πλησιάζοντας περισσότερο, δεν περίμενε ποτέ ότι θα βρισκόταν μπροστά σε μια ανθισμένη γυναίκα! Όλα, από το πρόσωπο της ως και τα ρούχα της ήταν από λουλούδια! Απίστευτο!
Το κοριτσάκι προσπάθησε να ξυπνήσει την παράξενη γυναίκα με κάθε τρόπο, πετώντας της νερό (καταφέρνοντας μόνο να ανθίσουν δυο μαργαρίτες στην πλάτη της), φωνάζοντας μέσα στο αυτί της, κουνώντας την. Μόνο όταν άρχισε να μαδάει τα πέταλα από τα λουλούδια που είχε αντί για μάγουλα, αυτή ανασηκώθηκε, την κοίταξε στα μάτια και είπε:» Πω, πω τι κούραση! Γιατί με ξύπνησες; Ξεκουραζόμουν τόσο ωραία!»
«Συγγνώμη», είπε η Τζινέβρα, «πως σας λένε; Γιατί γίνατε έτσι;»
«Με λένε Φιορίντα, και ειλικρινά δεν ξέρω πως έγινα έτσι. Γεννήθηκα έτσι», είπε η γυναίκα.
Το κοριτσάκι την παρατήρησε ώρα πολλή και φώναξε :»Μα ναι! Σε ξέρω! Εσύ είσαι πίνακας ενός διάσημου ζωγράφου! Δε θυμάμαι το όνομά του! Τον έχω δει τον πίνακα στο μουσείο του Λούβρου!»
«Ο καλλιτέχνης που λες είναι φίλος μου και τον λένε Αρτσιμπόλντο. Μου έκανε το πορτρέτο γιατί είναι ο μόνος που γνωρίζει πως εγώ ξεκινώ την άνοιξη, την αγαπημένη του εποχή. Αλλά… φέτος νομίζω ότι δε θα τα καταφέρω να το κάνω….», εξήγησε η γυναίκα.
«Όχι; Γιατί; Η άνοιξη είναι και η δική μου αγαπημένη εποχή. Σε παρακαλώ …κάνε κάτι!» παρακάλεσε το κοριτσάκι.
«Δεν μπορώ! Έχω χάσει ένα λουλούδι…είμαι όπως ένα παζλ. Αν μου λείπει ένα κομμάτι αποδυναμώνομαι και δεν μπορώ να φέρω την άνοιξη» δήλωσε λυπημένη η Φιορίντα!
«Θα σε βοηθήσω εγώ» προσφέρθηκε η Τζινέβρα. «Κοίτα έχω μαζί μου το μεγεθυντικό φακό μου. Με αυτόν βρίσκω τα πάντα».
Έτσι η γυναίκα και το κοριτσάκι άρχισαν την εξερεύνηση. Έψαξαν κοντά στα κλαδιά των δέντρων, στις φωλιές των μυρμηγκιών, των σκίουρων και των πουλιών, στις όχθες του ποταμού, ανάμεσα σε πέτρες μεγάλες και μικρές, αλλά δεν κατάφεραν να ανακαλύψουν κάτι. Είχαν αρχίσει να απελπίζονται, όταν είδαν έναν άντρα καθισμένο σε ένα καρεκλάκι.
«Κοίτα! Ζωγραφίζει ένα ηλιοτρόπιο! Μα πως τα καταφέρνει, αφού ακόμα δεν έχει φυτρώσει ούτε ένα!» είπε η μικρή!
«Ορίστε ποιος μου έκλεψε το λουλούδι μου», φώναξε θυμωμένη η ανθισμένη γυναίκα. » Έπρεπε να το είχα φανταστεί ότι ο 
Βαν Γκογκ θα ήταν ανακατεμένος!»

«Ε, εσύ! Δεν μπορούσες να περιμένεις να έρθει πρώτα η άνοιξη όπως κάθε χρόνο; Εσύ και η μανία σου με τα ηλιοτρόπια!» του είπε εκνευρισμένη.
Ο ζωγράφος, με κατσουφιασμένο πρόσωπο το’σκασε χωρίς να πει λέξη και η γλυκιά Φλιορίντα κατάφερε να πάρει πίσω το λουλούδι που της έλειπε! Για να ευχαριστήσει τη Τζινέβρα που τη βοήθησε, άρχισε να στρώνει χαλιά από τριαντάφυλλα, να της χαρίζει χαρταετούς από κρίνους και να τη ντύνει με μαργαρίτες. Άρχισε να απλώνει λιβάδια πράσινα, να γεμίζει τον ουρανό με πουλιά που κελαηδούσαν και φύσηξε παντού ένα γλυκό ανοιξιάτικο αεράκι.
Είχε πια ανακτήσει όλες της τις δυνάμεις κι επιπλέον, είχε κερδίσει μια φίλη έτοιμη να τη βοηθήσει χωρίς να ζητήσει αντάλλαγμα….»