Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ... ΔΙΑΒΑΣΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ... ΔΙΑΒΑΣΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 14 Μαΐου 2020

Φοβάμαι!





Φοβάμαι!

Ήρθε η άνοιξη. Δυο μικροί μελισσοφάγοι* αναλαμβάνουν να ξυπνήσουν την Τεστούντο, τη χελώνα. Όμως ο Ντε-ε-ε δεν ξέρει ακόμα να πετά καλά...

O ήλιος είπε δυνατά: Σήμερα θα ζεστάνω τα δάση. Ο ανοιξιάτικος άνεμος δε θύμωσε.
— Ας τα ζεστάνει, είπε, είναι καιρός.
Τα δέντρα τίναξαν χαρούμενα τα κλαδιά τους.
— Ήρθε η άνοιξη, είπαν. Ζεσταθήκαμε.
Ο ήλιος είπε πάλι:
— Σήμερα πρέπει πια να ξυπνήσει και η Τεστούντο η χελώνα.
Ο ανοιξιάτικος άνεμος το 'φερε το μήνυμα του ήλιου στο δάσος, στα δέντρα, στα πουλιά.
— Ας ξυπνήσει, ας ξυπνήσει... είπε ο Ντε-ε-ε ο μικρός μελισσοφάγος, και πήδησε δυο φορές πάνω στο κλαδάκι της μεγάλης βαλανιδιάς.
— Κάνει ζέστη, είπε στο αδελφάκι του, ο Ντικ-Ντικ-Ντικ, ο μεγαλύτερος μελισσοφάγος, και κούνησε τη μακριά του την ουρά με τα δέκα τα φτερά, τρεις ολόκληρες φορές. Τίναξε και τα πράσινα φτερά του και άνοιξε λίγο τα κοντά του ποδαράκια.
— Για πού ετοιμάζεσαι; ρώτησε ο Ντε-ε-ε, το μεγάλο του αδελφό.
— Θα κατεβώ, να πιω νερό, γιατί διψώ, είπε ο Ντικ-Ντικ-Ντικ κελαϊδιστά.
— Να 'ρθω κι εγώ; ξαναρώτησε το μικρό πουλάκι.
— Έλα σε περιμένω, είπε με χαρά ο Ντικ-Ντικ-Ντικ.
Το μικρό όμως πουλάκι, ο Ντε-ε-ε δεν είχε μάθει ακόμα να κατεβαίνει από ψηλά και φοβόταν. Βγήκε στην άκρη του μεγάλου κλαδιού, κι έκαμε κατά πως του είχαν δείξει οι γονείς του. Το μόνο όμως που κατάφερε ήταν να κάνει ένα μικρό γύρο λίγα μέτρα μακρύτερα από το ψηλό δέντρο και γύρισε τρομαγμένο πίσω, γιατί νόμισε ότι θα πέσει.
— Δεν μπορώ! Φώναξε δυνατά στο αδελφάκι του. Θα πέσω.
— Δεν πέφτεις, είπε ο Ντικ-Ντικ-Ντικ. Μη φοβάσαι. Μην κουνάς γρήγορα τα φτερά σου. Μη σφίγγεσαι. Άφησε το σώμα σου ελεύθερο να κατεβεί σιγά-σιγά. Ο αέρας σε κρατάει. Δοκίμασε.
— Δεν μπορώ! Φώναξε ξανά ο Ντε-ε-ε. Φοβάμαι, εγώ δε βλέπω κανένα να με κρατά.
Τότε ο Ντικ-Ντικ-Ντικ ήρθε κοντά στον Ντε-ε-ε και του μίλησε καλόκαρδα.
— Έλα Ντε-ε-ε. Θα σε βοηθήσω να κατεβείς.
— Όχι! κούνησε το κεφαλάκι του δυο φορές ο Ντε-ε-ε. Θέλω τον μπαμπά. Εσύ δε με βοηθάς καλά, θα πέσω.
— Δεν πέφτεις! Αγρίεψε τώρα ο Ντικ-Ντικ-Ντικ. Τα κιτρινοπράσινα φτερά του λαιμού του και του σβέρκου του σηκωθήκανε όρθια ολόγυρα και ανακατεύτηκαν άσχημα.
— Μην είσαι ανόητος, έλα. Θα σε βοηθήσω.
Ο Ντε-ε-ε ο μικρός μελισσοφάγος το αποφάσισε. Ήρθε σιγανοπατώντας στην άκρη του μεγάλου κλαδιού και τώρα ήταν έτοιμος να πετάξει. Βέβαια η καρδούλα του το ήξερε πόσο ακόμα φοβόταν... αλλά πάει πια. Η απόφαση είχε παρθεί. Εμπρός.
— Τάπα-τάπα-τάπα-τάπα... ακούστηκαν την ίδια στιγμή να χτυπούν τα φτεράκια από τους δυο μικρούς μελισσουργούς, καθώς ξαφνικά ξεκίνησαν μαζί ... [να πιούν νερό και να ξυπνήσουν την Τεστούντο].

Τετάρτη 6 Μαΐου 2020

Αγαπημένες ιστορίες για τη μητέρα ... για την οικογένεια

Θα σ' αγαπώ ό,τι κι αν γίνει


OΜικρός ήταν πολύ κακόκεφος. Κλείστηκε στο δωμάτιο κι άρχισε να στριφογυρίζει κι όλα τα πράγματα ν΄ αναποδογυρίζει. Τις ζωγραφιές από τον τοίχο τις ξεκολλούσε κι όλα τα παιχνίδια του χαλούσε.

«Θεέ μου!» είπε η Μαμά «τι έχεις πάθει;»

«Είμαι ένας ανάποδος και γκρινιάρης Μικρός και κανείς δε μ' αγαπάει» είπε ο Μικρός.

«Μικρέ μου» είπε η Μαμά «όπως και να’ σαι εγώ πάντα θα σ' αγαπώ».

«Κι αν ήμουνα αρκούδος, πάλι θα με φρόντιζες και θα μ' αγαπούσες;» ρώτησε ο Μικρός.
«Φυσικά» είπε η Μαμά. «Εγώ θα σ' αγαπώ ό,τι κι αν γίνει».
[…] «Ό,τι κι αν γίνει;» είπε ο Μικρός και χαμογέλασε. «Κι αν ήμουνα κροκόδειλος;»
«Θα σε αγκάλιαζα και θα σε αγαπούσα και τη νύχτα θα σου τραγουδούσα» είπε η Μαμά.
«Χαλάει ποτέ η αγάπη;» ρώτησε ο Μικρός. «Λυγίζει άραγε ποτέ και σπάει; Κι αν ναι, μπορείς άραγε να την κολλήσεις, και να τη φτιάξεις και να τη χτίσεις;»




«Α, δεν ξέρω» είπε η Μαμά «το μόνο που ξέρω είναι ότι θα σ' αγαπώ για πάντα».

«Κι όταν πεθάνουμε και χαθούμε, θα μ' αγαπάς ακόμη;» είπε ο Μικρός. «Θα υπάρχει ακόμα η αγάπη;»
Η μαμά πήρε στην αγκαλιά της το Μικρό και κοίταξαν μαζί από το παράθυρο τον ουρανό. Το φεγγάρι έφεγγε ψηλά και τ' αστεράκια ήταν φωτεινά.

«Κοίτα, Μικρέ, τ' αστεράκια πώς λάμπουνε στον ουρανό. Ξέρεις πως πολλά απ΄ αυτά έχουν πεθάνει εδώ και χρόνια πια; Τα βλέπεις όμως πώς φωτίζουν ακόμα στον ουρανό; Η αγάπη είναι σαν τ' αστέρια: ποτέ δεν πεθαίνει και πάντα φωτίζει».

Ντέμπι Γκλιόρι





                       2.  Η ιστορία του Ερνέστου












Η σημερινή ημέρα είναι πολύ σημαντική για τον Ερνέστο: θα γιορτάσει μαζί με τους γονείς του την ΗΜΕΡΑ ΠΟY ΗΡΘΕ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ.

Κάθε χρόνο, από τότε που υιοθέτησαν τον Ερνέστο, γιορτάζουν με μεγάλη επισημότητα την επέτειο της ημέρας που πήγαν και τον πήραν.

Επίσης, κάθε χρόνο, διηγούνται στον μικρό, αυτό που εκείνος λέει «η ιστορία μου».

Ο Ερνέστος δεν κουράζεται ποτέ να την ακούει, και όσο μεγαλώνει προσθέτει καινούριες ερωτήσεις.

Τώρα, καθισμένος στα γόνατα της μητέρας του, με τη γάτα στην αγκαλιά του, ετοιμάζεται να την ακούσει με πολύ μεγάλη προσοχή.

Και η μητέρα αρχίζει...

– Πριν από πάρα, μα πάρα πολλές μέρες ήταν ένας άντρας και μια γυναίκα που αγαπιόντουσαν.

Ήταν πολύ ερωτευμένοι κι από τον έρωτα αυτόν γεννήθηκε ένα μωρό.

– Εγώ! διακόπτει ο μικρός.

– Ναι, εσύ, και σου έδωσαν το όνομα Ερνέστος. Όμως, αυτός ο άντρας κι αυτή η γυναίκα δεν μπορούσαν να γίνουν γονείς ούτε να σε κρατήσουν κοντά τους.

– Γιατί; Δε με αγαπούσαν;

– Και βέβαια σε αγαπούσαν, αλλά για να γίνουν ένας άντρας και μια γυναίκα γονείς δε φτάνει μόνο η αγάπη.

– Λοιπόν, ενώ εκείνο το ζευγάρι απέκτησε ένα μωρό –εσένα–, εμάς μας είπε ο γιατρός πως ποτέ δε θα μπορούσαμε να κάνουμε παιδί, παρ’ όλο που αγαπούσαμε ο ένας τον άλλον πάρα πολύ, επειδή κάτι μέσα στα σώματά μας δε λειτουργούσε σωστά.

Αυτό μας έκανε να στενοχωρηθούμε, είπε ο πατέρας, γιατί και η μαμά σου και εγώ θέλαμε πολύ ένα παιδάκι. Και η αγάπη μας ήταν τόση, που αποφασίσαμε να υιοθετήσουμε ένα.

– Εμένα! πετάχτηκε ο Ερνέστος.

Η μητέρα χαμογέλασε και του χάιδεψε το μάγουλο:

– Ναι, εσένα, όμως άσε με να συνεχίσω.

– Ναι, ναι...

– Τότε λοιπόν, επισκεφτήκαμε πολλά οικοτροφεία...

– Και εκεί σας περίμενα εγώ! Τα ματάκια του Ερνέστου έλαμπαν!

Τώρα θα άρχιζε το αγαπημένο του κομμάτι της ιστορίας.

– Ναι, εκεί μας περίμενες. Κι αυτό γιατί εκείνο το ζευγάρι που δεν μπορούσε να σε κρατήσει σε είχε πάει εκεί όπου θα σε αναζητούσαν κάποιοι άλλοι γονείς.

Μέχρι που έφτασε η μέρα που μας ειδοποίησαν να πάμε να σε πάρουμε.

Σήμερα συμπληρώνονται πέντε χρόνια.

– Και το μαλλιαρό αρκουδάκι το αγόρασε ο μπαμπάς για το δρόμο, έτσι;

– Ναι, απαντά ο πατέρας, ήθελα να είναι το πρώτο μας δώρο για σένα.

– Έλα, όμως, συνέχισε, τι έκανα όταν σας είδα; Ήμουν όμορφος;

Η μητέρα πήρε το κεφαλάκι του στα δυο της χέρια και του έδωσε ένα φιλί στην άκρη της μύτης.




– Ήσουν γλύκας! Φορούσες ένα μπλουζάκι κι ένα φορμάκι, αυτά που τα φυλάμε ακόμα.

Ο μικρός ρωτάει:

– Δεν περπατούσα ακόμη, έτσι;

– Όχι, μπουσουλούσες μόνο. Τα πρώτα βηματάκια σου τα έκανες εδώ στο σπίτι.

Ο μικρός όμως έχει το κεφάλι σκυμμένο και δείχνει συλλογισμένος. Ξαφνικά ψιθυρίζει:

– Μαμά... εμένα... εμένα θα μου άρεσε περισσότερο να ήμουνα στην κοιλιά σου.

– Κοίτα, το πιο σημαντικό πράγμα για ένα παιδί είναι να ξέρει ότι το αγαπούσαν και το ήθελαν απ’ την πρώτη στιγμή που το σκέφτηκαν.

Και με εσένα έτσι έγινε.

Δεν σε είχαμε γνωρίσει ακόμη, κι όμως προετοιμάζαμε τον ερχομό σου.

Μιλούσαμε για σένα, αναρωτιόμασταν πώς θα ήσουν, τι θα κάναμε, πώς θα σε μορφώναμε.

Κάναμε τα ίδια πράγματα, μικρέ μου, όπως αν θα ήσουν μέσα μου.

Για μας, για την αγάπη μας για σένα, δεν έχει την παραμικρή σημασία που μας περίμενες σε άλλο μέρος.

Το σημαντικό είναι πως τώρα είμαστε μαζί και αγαπάμε ο ένας τον άλλον.

Δε νομίζεις κι εσύ ότι αυτό είναι που μετράει;

– Όμως...

Ο μικρός σμίγει τα φρύδια και επιμένει.

Επιμένει γιατί θέλει να είναι πολύ σίγουρος.

– Εσύ και ο μπαμπάς θα με αγαπάτε πάντα το ίδιο, όπως και αν ήμουν στην κοιλιά σου;

– Μα και βέβαια, το ίδιο κι ακόμη περισσότερο.

Κι αν πήγαμε να σε πάρουμε, το κάναμε γιατί σε θέλαμε πολύ.

Γι’ αυτό, εδώ σε εμάς, η ΗΜΕΡΑ ΠΟY ΗΡΘΕΣ ΣΠΙΤΙ είναι ημέρα μεγάλης γιορτής.

– Και ο μπαμπάς είναι ο δικός μου μπαμπάς-μπαμπάς κι εσύ είσαι η δική μου μαμά-μαμά, έτσι;

– Κι εσύ το δικό μας παιδί-παιδί. Σε αγαπάμε, και καμιά φορά σε μαλώνουμε, σαν παιδί μας που είσαι. Είμαστε μια πραγματική οικογένεια.

– Και δε... δε θα με αφήσετε ποτέ, ε;

Οι γονείς του άρχισαν να γελάνε και ο μπαμπάς του είπε:

– Να σε αφήσουμε; Ποτέ! Εσύ θα μας αφήσεις όταν θα ερωτευτείς μια όμορφη κοπέλα.

Τώρα η μαμά τον αγκαλιάζει σφιχτά με τρυφερότητα.


                                                                                                                    Μερσέ Κόμπανυ

Τετάρτη 29 Απριλίου 2020

Δύο ευαίσθητες ιστορίες του Σελ Σίλβερστάιν


ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΠΟΥ ΕΔΙΝΕ
Το δέντρο που έδινε - mazimagazine.gr
Κάποτε υπήρχε μια μηλιά…Και αγάπησε ένα μικρό αγόρι.
Το αγόρι έρχονταν κάθε μέρα, μάζευε τα φύλλα της, τα έφτιαχνε στεφάνι κι έπαιζε το βασιλιά του δάσους. Σκαρφάλωνε στον κορμό της, κουνιόνταν στα φύλλα της κι έτρωγε μήλα. Έπαιζαν κρυφτό.
Και όταν κουράζονταν, κοιμόνταν στην σκιά της.
Και το αγόρι αγάπησε το δέντρο… Πολύ.
Και το δέντρο ήταν ευτυχισμένο. Μα ο καιρός περνούσε. Και το αγόρι μεγάλωνε. Το δέντρο ήταν συχνά μόνο του.
Τότε, μια μέρα ήρθε το αγόρι στο δέντρο και το δέντρο είπε,
‘ Έλα, Αγόρι, έλα και σκαρφάλωσε στον κορμό μου, κουνήσου από τα κλαδιά μου, φάε από τα μήλα μου και γίνε ευτυχισμένος’.
‘Είμαι πολύ μεγάλος για σκαρφαλώματα και παιχνίδια’, είπε το αγόρι.
‘Θέλω να αγοράσω κάποια πράγματα και να διασκεδάσω.
Θέλω μερικά χρήματα. Μπορείς να μου δώσεις μερικά χρήματα;’
‘Λυπάμαι’, είπε η μηλιά, ‘αλλά δεν έχω καθόλου χρήματα.
Έχω μόνο φύλλα και μήλα. Πάρε τα μήλα μου, Αγόρι, και πούλησέ τα στην πόλη. Τότε θα έχεις χρήματα και θα είσαι ευτυχισμένος’.
Κι έτσι το αγόρι σκαρφάλωσε στο δέντρο και μάζεψε τα μήλα της και τα πήρε μακριά. Και το δέντρο ήταν ευτυχισμένο.
Μα το αγόρι έμεινε μακριά για πολύ καιρό…Και το δέντρο ήταν λυπημένο. Τότε, μια μέρα το αγόρι ήρθε πάλι και το δέντρο κούνησε τα κλαδιά του χαρούμενα και είπε, ‘Έλα, Αγόρι, σκαρφάλωσε στον κορμό μου, κουνήσου στα κλαδιά μου και γίνε ευτυχισμένος’.
‘Είμαι πολύ απασχολημένος για να σκαρφαλώνω σε δέντρα’,είπε το αγόρι.
 ‘Θέλω ένα σπίτι να με ζεσταίνει’, Θέλω μια σύζυγο και παιδιά και χρειάζομαι ένα σπίτι. Μπορείς να μου δώσεις ένα σπίτι;’
‘Δεν έχω καθόλου σπίτι’, είπε το δέντρο.
‘Το σπίτι μου είναι το δάσος, αλλά μπορείς να κόψεις τα κλαδιά μου και να χτίσεις ένα. Τότε θα είσαι ευτυχισμένος’.
Κι έτσι το αγόρι έκοψε τα κλαδιά της και τα κουβάλησε μακριά για να χτίσει το σπίτι του. Και το δέντρο ήταν ευτυχισμένο.
Μα το αγόρι έμεινε μακριά για πολύ καιρό . Όταν ήρθε πάλι. το δέντρο ήταν τόσο ευτυχισμένο που δυσκολευόταν να μιλήσει.
‘ Έλα, Αγόρι’, ψιθύρισε, ‘έλα και παίξε’.
‘Είμαι πολύ γέρος και λυπημένος για να παίζω’, είπε το αγόρι. ‘Θέλω μια βάρκα να με πάρει μακριά από ΄δω. Μπορείς να μου δώσεις μια βάρκα;’
‘Κόψε τον κορμό μου και φτιάξε μια βάρκα’, είπε το δέντρο. ‘Τότε θα μπορείς να ταξιδέψεις μακριά… και να είσαι ευτυχισμένος’.
Κι έτσι το αγόρι έκοψε τον κορμό της κι έφτιαξε μια βάρκα και ταξίδεψε μακριά. Και το δέντρο ήταν ευτυχισμένο…. αλλά όχι στ’ αλήθεια. Και μετά από πολύ καιρό το αγόρι επέστρεψε πάλι.
‘Λυπάμαι, Αγόρι,’ είπε το δέντρο, ‘μα δεν μου έμεινε τίποτα να σου δώσω- τα μήλα μου χάθηκαν’.
‘Τα δόντια μου είναι πολύ αδύναμα για μήλα’, είπε το αγόρι.
‘Τα κλαδιά μου χάθηκαν’, είπε το δέντρο. ‘Δεν μπορούν να σε κουνήσουν-‘
‘Είμαι πολύ γέρος για να κουνιέμαι από κλαδιά’, είπε το αγόρι.
‘Ο κορμός μου χάθηκε’, είπε το δέντρο. ‘Δεν μπορείς να σκαρφλώσεις‘
‘Είμαι πολύ κουρασμένος για να σκαρφαλώνω’, είπε το αγόρι.
‘Λυπάμαι’, αναστέναξε το δέντρο. ‘Εύχομαι να μπορούσα να σου δώσω κάτι…αλλά δεν μου απέμεινε τίποτα. Είμαι μόνο ένα παλιοκούτσουρο. Λυπάμαι…’
‘Δεν χρειάζομαι και πολλά τώρα’, είπε το αγόρι, ‘μόνο ένα ήσυχο μέρος για να καθίσω και να αναπαυτώ. Είμαι πολύ κουρασμένος’.
‘Λοιπόν’, είπε η μηλιά ισιάζοντας τον εαυτό της όσο πιο πολύ μπορούσε, ‘λοιπόν, ένα παλιοκούτσουρο είναι καλό για να κάθεσαι και να αναπαύεσαι. Έλα, Αγόρι, κάθισε. Κάθισε και ξεκουράσου’.
Και το αγόρι το έκανε. Και το δέντρο ήταν ευτυχισμένο.
Από το βιβλίο του Σ. Σίλβερστάιν και κυκλοφορεί στα Ελληνικά από τις εκδόσεις ΔΩΡΙΚΟΣ


Το κομμάτι που λείπει συναντά το μεγάλο Ο.



Το Κομμάτι-που-λείπει καθόταν μοναχό του... περιμένοντας κάποιον να έρθει να το πάει κάπου.
Κάποιοι του ταίριαζαν... αλλά δε μπορούσαν να κυλήσουν.
Άλλοι μπορούσαν να κυλήσουν, αλλά δε του ταίριαζαν.
Ένας δεν είχε ιδέα τι σημαίνει ταίριασμα.
Και ένας άλλος δεν ήξερε τίποτα από οτιδήποτε.
Ένας ήταν πολύ ευαίσθητος.
Ένας άλλος το ανέβασε σε βάθρο... και το άφησε εκεί.
Σε κάποιους έλειπαν πολλά κομμάτια.
Και, τέλος πάντων, κάποιοι άλλοι είχαν παραπάνω κομμάτια.
Έμαθε να κρύβεται από τους πεινασμένους.
Ήρθαν κι άλλοι.
Μερικοί το κοίταξαν από πολύ κοντά.
Άλλοι κυλούσαν και το ξεπερνούσαν χωρίς να το αντιληφθούν.
Προσπάθησε να γίνει πιο ελκυστικό...
Άδικος κόπος...
Προσπάθησε να γίνει πιο φανταχτερό... αλλά το μόνο που κατόρθωσε ήταν να φοβίσει τους ντροπαλούς.

Τελικά ήρθε κι ένας που του ταίριαζε απόλυτα.
Ξαφνικά...
το Κομμάτι-που-λείπει άρχισε να μεγαλώνει...
Και να μεγαλώνει!
"Δεν ήξερα ότι θα μεγαλώσεις"
"Ούτε κι εγώ το ήξερα" είπε το Κομμάτι-που-λείπει.
"Ψάχνω για το κομμάτι που μου λείπει, ένα κομμάτι που δε θα μεγαλώσει..."είπε κι έφυγε...

Ώσπου μια μέρα, ήρθε κάποιος που φαινόταν διαφορετικός.
"Τι θέλεις από μένα;" ρώτησε το Κομμάτι-που-λείπει.
"Τίποτα".
"Τι έχεις ανάγκη να σου δώσω;"
"Τίποτα".
"Ποιος είσαι;" ρώτησε το Κομμάτι-που-λείπει
"Είμαι το Μεγάλο Ο" είπε το Μεγάλο Ο.
"Νομίζω πως αυτός που περίμενα είσαι εσύ", είπε το Κομμάτι-που-λείπει. "Μήπως είμαι το κομμάτι που σου λείπει;"
"Όμως,δε μου λείπει κανένα κομμάτι" είπε το Μεγάλο Ο. "Δεν υπάρχει χώρος που θα μπορούσες να ταιριάξεις..."
"Κρίμα..." είπε το Κομμάτι-που-λείπει, "ήλπιζα πως θα μπορούσα να κυλήσω μαζί σου..."
"δε μπορείς να κυλήσεις μαζί μου" είπε το Μεγάλο Ο. "Αλλά ίσως να μπορέσεις να κυλήσεις μόνο σου"
"Μόνο μου; ένα Κομμάτι-που-λείπει δεν μπορεί να κυλήσει μόνο του".
"Αλήθεια, προσπάθησες ποτέ;" ρώτησε το Μεγάλο Ο.
"Οι γωνίες μου είναι πολύ μυτερές" είπε το Κομμάτι-που-λείπει. "Δεν είμαι φτιαγμένο για να κυλάω μόνο μου!"
"Οι γωνίες και τα σχήματα αλλάζουν" είπε το Μεγάλο Ο. "Τέλος πάντων, πρέπει να σε αποχαιρετήσω. Ίσως να ξανασυναντηθούμε κάποια μέρα".
Και κύλησε μακριά.

Το Κομμάτι-που-λείπει έμεινε πάλι μόνο του.
Για πολύ καιρό απλώς καθόταν...

Μετά σιγά-σιγά, σηκώθηκε στη μια του γωνία...
...Και έπειτα σωριάστηκε πάλι.
Μετά, σήκω-τράβα-πέσε...
άρχισε να προχωράει...
Σύντομα οι γωνίες του άρχισαν να στρογγυλεύουν...

Σήκω-τράβα-πέσε, σήκω-τράβα-πέσε...
Και το σχήμα του άρχισε να αλλάζει...
και συνάμα να τινάζεται αντί να σέρνεται...
και έπειτα να αναπηδάει αντί να τινάζεται...
και στο τέλος να κυλάει αντί να αναπηδάει...

Δεν ήξερε προς τα που πήγαινε, και δε το ένοιαζε.
Κυλούσε!


Από το βιβλίο του Σ. Σίλβερστάιν και κυκλοφορεί στα Ελληνικά από τις εκδόσεις ΔΩΡΙΚΟΣ